7. Οι βλάβες στην υγεία που προκαλούν τα αντιψυχωσικά, τα αντικαταθλιπτικα και οι σταθεροποιητές διάθεσης στους ασθενείς με σχιζοφρένεια, κατάθλιψη και διπολική διαταραχή

In Ιούνιος 9, 2017
Print Friendly, PDF & Email

(Άρθρο στα Αγγλικά με τίτλο «Effects of antipsychotics,antidepressants and mood stabilizers on risk for physical diseases in people with schizophrenia,depression and bipolar disorder» των Christoph U. Correls, Johan Detraux, Jan de Lepeleire καιMarc de Hert που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό ΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ, World Psychiatry 14:2, τον Ιούνιο 2015, σελ. 119-136).

Μετάφραση –περίληψη: Νατάσα Βασιλάκη

 

Εισαγωγή:

Οι ασθενείς με σοβαρές ψυχικές διαταραχές (ΣΨΔ), κυρίως σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή και μείζονα κατάθλιψη παρουσιάζουν έναν μέσο όρο θνησιμότητας ο οποίος είναι 2-3 φορές μεγαλύτερος από το γενικό πληθυσμό και αντιστοιχεί σε 10-25 χρόνια μειωμένου προσδόκιμου ζωής σε σχέση με τον μέσο όρο. Οι πιο συχνές αιτίες θανάτου σε αυτούς τους ασθενείς με ΣΨΔ είναι οι σωματικές ασθένειες.

Παράγοντες που σχετίζονται με τις ψυχικές διαταραχές, επιλογές που έχουν να κάνουν με ανθυγιεινό τρόπο ζωής (π.χ. πολύκάπνισμα) και επίσης διαφορές ως  προςτην πρόσβαση στην περίθαλψη αλλά και στην παροχή υπηρεσιών υγείας συντελούν στο πτωχότερο επίπεδο υγείας αυτών των ασθενών. Παρόλα αυτά, η χρόνια χρήση ψυχοφαρμάκων μπορεί να αυξήσει περαιτέρω το ρίσκο να πάθουν σωματικές ασθένειες οι ασθενείς αυτοί.

Στη μελέτη αυτή επιλέξαμε να ασχοληθούμε με μια επιλογή ασθενειών, όχι όλες. (Σημείωση του μεταφραστή: Υπάρχουν και άλλες σοβαρές ασθένειες, όπως διαταραχές του πεπτικού συστήματος,που δεν επιλέχθηκαν από τους συγγραφείς, για παράδειγμα το Σύνδρομο Διαρρέοντος Εντέρου, Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου κλπ.).

 

Ασθένειες μεταβολισμού και διατροφής –παχυσαρκία

Οι ασθενείς με ΣΨΔ βρίσκονται, σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό σε αυξημένο ρίσκο να είναι υπέρβαροι και παχύσαρκοι. Η πιθανότητα να είναι παχύσαρκοι είναι αυξημένη κατά 2,8 έως 4,4 φορές σε ασθενείς με σχιζοφρένεια και κατά 1,2 έως 1,7 φορές σε ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη ή διπολική διαταραχή.

Η αύξηση του βάρους είναι μια αναγνωρισμένη παρενέργεια των αντιψυχωσικών φαρμάκων που χορηγούνται κατά την οξεία φάση και τη φάση συντήρησης στους ασθενείς με ΣΨΔ. Μάλιστα, οι δείκτες που απαντώνται περισσότερο στο μεταβολικό σύνδρομο των ασθενών αυτών είναι ανεβασμένα τριγλυκερίδια και χαμηλή HDL (καλή) χοληστερίνη, κυρίως σε ασθενείς που κάνουν χρήση αντιψυχωσικών, ειδικά δεύτερης γενιάς. Αντίθετα, τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά δεν έχουν συσχετιστεί με δυσλιπιδαιμία.

Μεταξύ των σταθεροποιητών διάθεσης, το λίθιο δεν έχει συσχετισθεί με σχετικές διαταραχές λιπιδίων, παρόλο που ουποθυρεοειδισμός που προξενεί το λίθιο μπορεί να οδηγήσει έμμεσα σε αύξηση του βάρους και αλλαγές στο προφίλ λιπιδίων. Το βαλπροϊκό έχει συσχετισθεί με μείωση στη συνολική και LDL (κακή) χοληστερόλη σε ασθενείς με σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή, παρά το γεγονός ότι έχει συσχετιστεί με αύξηση βάρους, αυξημένα τριγλυκερίδια και γλυκόζη, καθώς και ανωμαλίες στην ινσουλίνη.

 

Ενδοκρινολογικές Διαταραχές – Σακχαρώδης Διαβήτης

Υπάρχουν αποδείξεις ότι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια (ΑμΣχ), οι ασθενείς με διπολικήδιαταραχή (ΑμΔΔ) και οι ασθενείς με σχιζοσυναισθηματική διαταραχή κινδυνεύουν 2-3 φορές περισσότερο να πάθουν σακχαρώδη διαβήτη σε σχέση με το γενικόπληθυσμό. Οι ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη (ΑμΜΚ) ή καταθλιπτικά συμπτώματα κινδυνεύουν 1,2 έως 2,6 περισσότερο εν σχέσει με αυτούς που δεν έχουν κατάθλιψη. Η ηλικία εμφάνισης του διαβήτη στους ασθενείς αυτούς είναι περίπου 10-20 χρόνια νωρίτερα απ’ ότι στο γενικό πληθυσμό.

Πιστεύεται ότι υπάρχει συσχετισμός μεταξύ σακχαρώδους διαβήτη και αντιψυχωσικών αλλά δεν μπορούμε να καθορίσουμε ακόμα το μέγεθος του συσχετισμού αυτού. Πάντως θεωρείται ότι επηρεάζεται το 12% των ασθενών που λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα. Οι ανωμαλίες στο μεταβολισμό αυξάνονται με ταχύ ρυθμό μετά την έναρξη της θεραπείας. Μάλιστα, τα αντιψυχωσικά δεύτερης γενεάς φαίνεται να έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη από τα αντιψυχωσικά πρώτης γενεάς. Διαφορές μεταξύ αντιψυχωσικών πρώτης και δεύτερης γενεάς απαντώνται και όσον αφορά το καρδιομεταβολικό ρίσκο. Υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαφόρων αντιψυχωσικών δεύτερης γενιάς στην πιθανότητα αύξησης του βάρους και εμφάνισης διαβήτη. Συγκεκριμένα, η ολανζαπίνη και η κλοζαπίνη και λιγότερο η κουετιαπίνη και η ρισπεριδόνη, φαίνονται να σχετίζονται με διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος και με την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη στους Άμεσα και τους ΑμΔΔ.

Τα αντιψυχωσικά πρέπει να χορηγούνται με μεγάλη προσοχή σε παιδιά και εφήβους. Μια πρόσφατη μελέτη βρήκετριπλάσιες πιθανότητες εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη σε παιδιά και εφήβους (των οποίων οι συχνότερες διαγνώσεις ήταν διαταραχές διάθεσης, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) και διαταραχές της συμπεριφοράς) οι οποίοι είχαν πρόσφατα ξεκινήσει θεραπεία με αντιψυχωσικά. Μάλιστα το ρίσκο ήδη αυξήθηκε ακόμη κι από το πρώτο έτος θεραπείας, αυξήθηκε περισσότερο με την αύξηση της δοσολογίας και παρέμεινε αυξημένο ένα έτος μετάτη διακοπή της αγωγής.

Τα αντιψυχωσικά μπορεί να προκαλέσουν σακχαρώδη διαβήτη άσχετα με την αύξηση του βάρους και την παχυσαρκία. Επομένως το μοντέλο του να συσχετίζουμε την εμφάνιση διαβήτη με την παχυσαρκία είναι απλώς μια υπερ-απλούστευση. Αυτά τα φάρμακα φαίνεται να οδηγούν σε σακχαρώδη διαβήτη τόσο έμμεσα, δηλαδή αυξάνοντας το σωματικό βάρος,όσο και άμεσα, δηλαδή προκαλώντας ινσουλινοαντίσταση.

Οι έρευνες ακόμα δεν έχουν βγάλει καθαρά συμπεράσματα για τη σχέση σακχαρώδη διαβήτη και αντικαταθλιπτικών. Κάποιες έρευνες έχουν αποφανθεί ότι η χρήση ορισμένων αντικαταθλιπτικών συντελεί στην εμφάνιση διαταραχών της γλυκόζης και του σακχαρώδη διαβήτη αλλά άλλες έρευνες δεν έχουν αποφανθεί κάτι τέτοιο. Κάποια μετα-ανάλυση όμως βρήκε ότι τα αντικαταθλιπτικά αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη. Παρ’ όλα αυτά, μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος δεν διαφάνηκε. Χρειάζεται να γίνουν μακροχρόνιες διπλές τυφλές μελέτες για να καταλάβουμε μια τέτοια σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Ένα ακόμη πρόβλημα είναι το γεγονός ότι η μείζων κατάθλιψη μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβλητή που προξενεί σύγχυση στη σχέση αντικαταθλιπτικών και κινδύνου εμφάνισης διαβήτη: τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να επηρεάσουν τους παράγοντες που σχετίζονται με τον διαβήτη, όπως την έλλειψη σωματικής άσκησης και τη διατροφή.

Πάντως υπάρχουν ενδείξεις ότι υπάρχει συσχετισμός αυξημένου ρίσκου εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) και ταυτοχρόνως χρήσης τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σκελετίνης ή μακροχρόνιας χρήσης είτε τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, είτε εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης, έστω και σε μέτριες δοσολογίες. Επίσης, η χρήση σταθεροποιητών διάθεσης σχετίζεται με την νόσηση από ΣΔ σε ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη. Πράγματι, ορισμένοι σταθεροποιητές διάθεσης, ειδικά το βαλπροϊκό, έχουν συσχετιστεί με αυξημένοκίνδυνο για την ανάπτυξη ινσουλινοαντίστασης.

 

Διαβητική κετοοξείδωση (ΔΚΟ)

Παρόλο που η διαβητική κετοοξείδωση, η οποία είναι μια πιθανή θανατηφόρα επιπλοκή,παρουσιάζεται συχνότερα σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, μπορεί να αποτελέσει την πρώτη ένδειξη διαβήτη τύπου 2. Η συχνότητα εμφάνισης του ΣΔ ως διαβητική κετοοξείδωση είναι, σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, σχεδόν 10πλάσια σε ΑμΣχ. Περιπτώσεις διαβητικής κετοοξείδωσης σε ασθενείς οι οποίοι προηγουμένως δενείχαν διάγνωση ΣΔ, συμπεριλαμβανομένων αρκετών θανάτων, είχαν συσχετισθεί με έναρξη θεραπείας με αντιψυχωσικά δεύτερης γενιάς. Η διαβητική κετοοξείδωση που προκαλείται από αντιψυχωσικά μπορεί να εμφανιστεί σύντομα μετά την έναρξη της αγωγής και ενώ παρόλα αυτά δεν συν-υπάρχει αύξηση σωματικού βάρους. Η ΔΚΟ μπορεί να παρουσιαστεί με σχεδόν όλα τα αντιψυχωσικά δεύτερης γενιάς. Πάντως, η μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης περιπτώσεων με ΔΚΟ έχει εμφανιστεί με την κλοζαπίνηκαι την ολανζαπίνη. Παρόλα αυτά, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις που σχετίζονται και με κουετιαπίνη, ρισπεριδόνη, ακόμα και με αριπιπραζόλη και ζιπραζιδόνη. Παρόλο που η ΔΚΟ παραμένει μια σπάνια παρενέργεια των αντιψυχωσικών δεύτερης γενιάς, οι κλινικοί πρέπει να έχουν το νου τους, δεδομένης της ξαφνικής της έναρξης και πιθανής θανατηφόρου ιδιότητας.

 

Υποθυρεοειδισμός και υπερπαραθυρεοειδισμός

Ουποθυρεοειδισμός είναι μια συχνή παρενέργεια του λιθίου, που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση. Η χορήγηση λιθίου σχετίζεται με υψηλές τιμές επιπέδων της THS ορμόνης και με κλινικό υποθυρεοειδισμό. Επίσης, το λίθιο μπορεί να προξενήσει παρενέργειες στον παραθυρεοειδή αδένα. Συγκεκριμένα με το εικονικό φάρμακο (πλασέμπο), το λίθιο είχε συσχετιστεί με υψηλότερες τιμές παραθυρεοειδούς ορμόνης και ασβεστίουορού.

Άλλα αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά,το βαλπροϊκό και η καρβαμαζεπίνη δεν φαίνεται να επηρεάζουν τη λειτουργία του θυρεοειδή και του παραθυρεοειδή (Σημείωση του μεταφραστή: Σε άλλο βιβλίο αναφέρεται ξεκάθαρα ότι η καρβαμαζεπίνη προκαλεί υποθυρεοειδισμό. Επίσης η μεταφράστρια παίρνει καρβαμαζεπίνη εδώ και σχεδόν 20 χρόνια και παρουσίασε υποθυρεοειδισμό προ πενταετίας, ενώ κανένας από τους δύο γονείς της δεν πάσχει από διαταραχές του θυρεοειδούς).

 

Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης και υπονατριαιμίας

Τα αντιψυχωσικά φαίνεται να σχετίζονται με μια αυξημένη εμφάνιση υπονατριαιμίας. Τα αντικαταθλιπτικά, και ειδικά οι επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, έχουν συσχετιστεί με το σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης και με υπονατριαιμία. Ο επιπολασμός που σχετιζόταν με τη μιρταζαπίνη και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ήταν χαμηλότερος, αλλά υπήρχαν πολύ λιγότερα δεδομένα για τα αντικαταθλιπτικά που δεν ήταν επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης. Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό έχουν σχετιστεί με υπονατριαιμία σε έρευνες που αφορούσαν μεμονωμένα περιστατικά.

 

ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Υπέρταση

Τα κριτήρια υπέρτασης για μεταβολικό σύνδρομο απαντώνται πιο συχνά σε ΑμΣχ εν σχέσει με το γενικό πληθυσμό, όπως επίσης και στους χρόνιους ΑμΣχ που ακολουθούσαν αγωγή μεαντιψυχωσικά. Υψηλότερο ρίσκο για το κριτήριο υπέρτασης του μεταβολικού συνδρόμου εμφανίστηκε επίσης σε ΑμΔΔ και κατάθλιψη, και μάλιστα με υψηλότερο κίνδυνο σε ασθενείς που έπαιρναν αντιψυχωσικά.

Μεταξύ των αντικαταθλιπτικών, η βενλαφαξίνη είναι εκείνη που συσχετίζεται συχνότερα με αύξηση στην πίεση του αίματος. Γενικά, οι σταθεροποιητές διάθεσης δεν επηρεάζουν την πίεση του αίματος, εκτός εάν χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που έχει προκληθεί από λίθιο επηρεάζει την κατανομή του όγκου.

 

Στεφανιαία καρδιοπάθεια και εγκεφαλικό

Α με Σχ, ΔΔ καιμείζονα κατάθλιψη έχουν σημαντικά υψηλότερο ρίσκο για καρδιαγγειακές νόσους,ακόμα και θανατηφόρες, εν σχέσει με το γενικό πληθυσμό. Το ρίσκο είναι σχεδόν 1,5 έως 3πλάσιο σε ΑμΣχ και ΔΔ και κατά μέσο όρο 1,5 φορές υψηλότερο σε Α με κατάθλιψη. Οι καρδιοπάθειες είναι η πιο συνηθισμένη αιτία θανάτου σε Α μεμείζονες ψυχικές διαταραχές με 10πλάσιο κίνδυνο από την αυτοκτονία. Οι δημοσιευμένες έρευνες που αφορούν σε καρδιαγγειακές βλάβες σε Α προκαλούμενες από τα αντιψυχωσικά είναι ελάχιστες.

Παρόλο που κάποιες έρευνες ανέφεραν υψηλότερο κίνδυνο νόσων των εγκεφαλικών αγγείων σχετιζομένων με χρήση αντιψυχωσικών σε Α με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, άλλες έρευνες δεν το επιβεβαίωσαν. Σε ηλικιωμένους Α, η πιθανότητα ατυχημάτων στα αγγεία του εγκεφάλου όταν υπήρχε χρήση αντιψυχωσικών, σε σχέση με τη μη χρήση, ήταν περίπου 1,3 έως 2πλάσια. Ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας που χρησιμοποιούσαν αντιψυχωσικά πρώτης γενιάς ήταν στατιστικά λιγότερο πιθανό να πάθουν εγκεφαλικό, συγκρινόμενο με χρήστες 2ης γενιάς αντιψυχωσικών.

Κάποιες έρευνες βρήκαν υψηλότερο κίνδυνο για έμφραγμα του μυοκαρδίου σε μεγαλύτερης ηλικίας Α, ή Α με μείζονες ψυχικές διαταραχές που χρησιμοποιούσαν αντιψυχωσικά, εν σχέσει με το γενικό πληθυσμό. Εντούτοις, αρκετές άλλες έρευνες δεν βρήκαν σημαντικό συσχετισμό μεταξύ κινδύνου για έμφραγμα του μυοκαρδίου και χρήσης αντιψυχωσικών.

Το ρίσκο για καρδιαγγειακά επεισόδια ποικίλλει ανάλογα με τα διάφορα αντιψυχωσικά δεύτερης γενιάς. Αυτό το ρίσκο φαίνεται να είναι πιο χαμηλό με την αριπιπραζόλη και τη ζιπραζιδόνη. Όσον αφορά στα αντιψυχωσικά πρώτης γενιάς, μια μεγάλη έρευνα βρήκε αυξημένη πιθανότητα θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια σε χρήστες λεβομεπρομαζίνης.

Οι πληροφορίες και τα δεδομένα όσον αφορά στην ασφάλεια των αντιψυχωσικών 2ης γενιάς που αφορά τα καρδιαγγειακά σε νεώτερους ενήλικες είναι περιορισμένες. Μια μεγάλη έρευνα αποφάνθηκε ότι το ρίσκο για μείζονα καρδιαγγειακά επεισόδια (πιθανότητα θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια, οξύ στεφανιαίο σύνδρομο ή ισχαιμικό εγκεφαλικό) σε μη ηλικιωμένους Α (18-61 ετών) που ζούσαν στην κοινότητα ήταν παρόμοια στην χρήση ρισπεριδόνης, ολανζαπίνης και κουετιαπίνης μέσα σε ένα χρόνο μετά την έναρξη της θεραπείας. Σε μια άλλη μελέτη, 284.234 μη ηλικιωμένοι Α (18-65 ετών) που έπαιρναν αντιψυχωσικά 2ης γενιάς μέχρι διάστημα ενός έτους φάνηκε ότι είχαν υψηλότερο κίνδυνο ιδιοπαθούς υπέρτασης, υπερτασικής καρδιοπάθειας, εγκεφαλικού, διαταραχή της στεφανιαίας αρτηρίας και υπερλιπιδαιμίας, εν σχέσει με Α που έπαιρναν αντικαταθλιπτικά.
Συγκρινόμενοι με παχύσαρκα άτομα χωρίς μείζονες ψυχιατρικές διαταραχές, οι παχύσαρκοι ψυχιατρικοί Α έχουν σημαντικά υψηλότεροι καρδιαγγειακό κίνδυνο. Αυτό το γεγονός μεγαλώνει την πιθανότητα ότι επιπροσθέτως στην αύξηση βάρους και στους μηχανισμούς σχετιζόμενους με την παχυσαρκία, μπορεί να υπάρχει άμεση επίδραση των αντιψυχωσικών στον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Επίσης, άμεση επίδραση των αντιψυχωσικών στην ινσουλινοαντίσταση, η οποία προξενεί μη ανοχή στη γλυκόζη,είναι ένας άλλος πιθανός μηχανισμός ο οποίος συντελεί στον αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές διαταραχές.

Οι πιθανές επιδράσεις στα καρδιαγγειακά που έχουν τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά είναι γνωστά. Αυτά μπορεί να προξενήσουν ορθοστατική υπόταση, επιβραδυμένη καρδιακή αγωγιμότητα και αυξημένους σφιγμούς και ως εκ τούτου είναι καλύτερα να αποφεύγεται η χορήγησή τους σε Α με προϋπάρχουσες καρδιαγγειακές διαταραχές. Οι επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σκελετίνης φαίνεται να έχουν καλύτερη ασφάλεια ως προς τον κίνδυνο για καρδιαγγειακά. Οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νορεπινεφρίνης(SNRI’S) έχουν συσχετιστεί με μια μικρή αλλά αυξημένη πιθανότητα δυσμενών καρδιαγγειακών περιστατικών (υπέρταση, ταχυκαρδίακαι ορθοστατική υπόταση). Το λίθιο δε, αν και μπορεί να έχει κάποιες επιδράσεις στην καρδιακή αγωγιμότητα, μπορεί να δοθεί με ασφάλεια σε Α με καρδιακή διαταραχή.

 

Μυοκαρδίτις

Η μυοκαρδίτις είναι ένας πιθανός κίνδυνος της θεραπείας της κλοζαπίνης.

 

Ξαφνικός θάνατος από καρδιοπάθεια

Έχει αναφερθεί ότι οι ΑμΣχ έχουν 2πλάσια έως 4πλάσια πιθανότητα να πάθουν ξαφνικό θάνατο από καρδιοπάθεια, σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Οι λόγοι γι αυτό που φαίνεται να συντελούν σε αυτόν τον κίνδυνο είναι ο ανθυγιεινός τρόπος ζωής και τα ψυχοφάρμακα. Οι Α που χρησιμοποιούν 1ης γενιάς αντιψυχωσικά, ή 2ης γενιάς αντιψυχωσικά έχουν ένα αυξημένο κίνδυνο για ξαφνικό θάνατο από καρδιοπάθεια σε σύγκριση με αυτούς που δεν τα χρησιμοποιούν ή αυτούς που δενέχουν μείζονα ψυχική διαταραχή, κατά 1,5 φορές ή 5,8 φορές, κι αυτό εξαρτάται από το ποιο φάρμακο παίρνουν και το πώς ορίζουμε τον ξαφνικό θάνατο από καρδιοπάθεια.

Οι επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης έχουν συσχετισθεί με στατιστικά σημαντική αύξηση στο διάλειμμα QTC (QRS interval) που εξαρτάται από τη δοσολογία.

Επίσης, μελέτες που συνδέουν τα αντιψυχωσικά και τα αντικαταθλιπτικά μεαυξημένο κίνδυνο για ξαφνικό θάνατο από καρδιοπάθεια έχουν αποφανθεί ότι ο κίνδυνος αυτός είναι πιο αυξημένος όσο αυξάνεται η δοσολογία.

Η στεφανιαία καρδιοπάθεια βρίσκεται συνήθως πίσω από τα περισσότερα περιστατικά ξαφνικού θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια. Αν σε έναν Α δεν υπάρχουν παράγοντες καρδιαγγειακής επιβάρυνσης, δεν είναι υποχρεωτικό εκείνος να κάνει εξετάσεις καρδιογραφήματος πριν ξεκινήσει αγωγή με αντιψυχωσικά.

 

ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ

Πνευμονία

Σε παλιότερες εποχές, ασθένειες του αναπνευστικού όπως πνευμονία και φυματίωση ήταν συχνές αιτίες θανάτου σε Α που ζούσαν σε ιδρύματα. Σήμερα, αυτές οι ασθένειες πάλι είναι πιο συχνές σε ψυχικά Α εν σχέσει με το γενικό πληθυσμό, και εξακολουθούν να αποτελούν συχνές αιτίες θανάτου.

Το να έχει ο Α μείζονα ψυχική διαταραχή και το να παίρνει ψυχοφάρμακα είναι παράγοντας κινδύνου για νόσηση από ασθένειες του αναπνευστικού. Υπάρχει ρίσκο για νόσηση από πνευμονία που αυξάνεται ανάλογα με το ύψος της δοσολογίας του φαρμάκου σε ΑμΣχ και ΑμΔΔ που παίρνουν αντιψυχωσικά 2ης γενιάς.

Το ίδιο ισχύει και για ηλικιωμένους Α χωρίς μείζονες ψυχικές διαταραχές που κάνουν χρήση 2ης γενιάς αντιψυχωσικών και 1ης γενιάς αντιψυχωσικών: το ρίσκο για πνευμονία είναι ανάλογο με το ύψος της δοσολογίας.

Σε ΑμΣχ, η χρήση κλοζαπίνης έχει σχέση με υψηλότερο και εξαρτώμενο από τη δοσολογία κίνδυνο για νόσηση από πνευμονία, ενώ το ρίσκο αυτό είναι μικρότερο για την ολανζαπίνη, τηνκουετιαπίνη και τη ρισπεριδόνη, συγκρινόμενο με Α που δεν χρησιμοποιούν αντιψυχωσικά. Σε ΑμΔΔ, η χρήση κλοζαπίνης, ολανζαπίνης και αλοπεριδόλης, είχαν σχέση με αυξημένο δοσοεξαρτώμενο κίνδυνο για πνευμονία μεγαλύτερο κατά 2,50 φορές. Επιπροσθέτως, η πνευμονία σε αυτούς τους Α είχε μεγαλύτερη διάρκεια κατά   που έκαναν χρήση αυτών των φαρμάκων.

Με τα αντικαταθλιπτικά δεν έχει διαφανεί αυξημένος κίνδυνος για πνευμονία σε αυτές τις μελέτες. Επίσης δεν φαίνεται να υπάρχει συσχετισμός χρήσης σταθεροποιητών διάθεσης με κίνδυνο για πνευμονία, και μάλιστα το λίθιο έχει μια δοσοεξαρτώμενη προστατευτική επίδραση. Όμως ο συνδυασμός σταθεροποιητών διάθεσης και αντιψυχωσικών 2ης και1ης γενιάς συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο. Μεταξύ των συνδυασμών φαρμάκων, η ολανζαπίνη συν καρβαμαζεπίνη είχαν το μεγαλύτερο κίνδυνο,ακολουθούμενο από κλοζαπίνη συν βαλπροϊκό οξύ.

 

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟΥ

Διαταραχές του ήπατος

Οι ανωμαλίες σε εξετάσεις για τη λειτουργία του ήπατος σε Α που κάνουν χρήση αντιψυχωσικών είναι συνήθεις, αλλά συχνά ήπιες και παροδικές. Οι ανωμαλίες ήταν γενικά χωρίς συμπτώματα, παρουσιάζονταν μέσα σε 6 εβδομάδες μετά την ένταξη χρήσης του αντιψυχωσικού και δεν χειροτέρευαν ή εξαφανίζονταν με τη συνέχιση της θεραπείας. Η πιο συχνή δυσλειτουργία του ήπατος ήταν στις τρανσαμινάσες και δεν υπήρχε καθαρή διαφορά μεταξύ αντιψυχωσικών 1ης και 2ηςγενιάς. Είναι σπάνια η σχέση των αντιψυχωσικών με σοβαρές ή θανατηφόρες επιπλοκές στο ήπαρ. Η χλωροπρομαζίνη, που είναι αντιψυχωσικό 1ηςγενιάς, είναι το φάρμακο που έχει συσχετιστεί ευρύτερα με σοβαρή ηπατική βλάβη.

Όσο για τα αντικαταθλιπτικά, μεταξύ 0,5 και 3% των Α που τα παίρνουν μπορεί να κάνουν ήπια ασυμπτωματική αύξηση των επιπέδων σε αμινοτρανσφεράση ορού. Όμως όλα τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να προξενήσουν ηπατοξικότητα, ειδικά σε ηλικιωμένους Α και όσους κάνουν χρήση πολυφαρμακίας. Η παρακολούθηση με εξετάσεις της λειτουργίας του ήπατος και ηδιακοπή της χρήσης φαρμάκων μόλις εμφανιστούν ανωμαλίες στις εργαστηριακές εξετάσεις ή συμπτώματα και ενδείξεις ηπατικής δυσλειτουργίας είναι πολύσημαντικές ενέργειες αφού οι περισσότερες περιπτώσεις ηπατικής βλάβης είναι αντιστρέψιμες όταν διαγνωστούν εγκαίρως.

Όσον αφορά στους σταθεροποιητές διάθεσης, η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό έχουν συσχετιστεί με δυσλειτουργίες του ήπατος και πρέπει να αποφεύγεται η χρήση τους σε Α με προϋπάρχουσα ηπατική διαταραχή.

 

Δυσκοιλιότητα

Σοβαρή δυσκοιλιότητα η οποία οδηγεί σε σοβαρές παρενέργειες, ακόμα και θάνατο, μπορεί να προκύψει με συγκεκριμένα αντιψυχωσικά. Οι πιο σοβαρές επιπλοκές είναι ο παραλυτικός ιλεός, η κοπρανώδης ενσφήνωση, απόφραξη του εντέρου και διάτρηση του λεπτού ή παχέως εντέρου. Η συχνότητα της δυσκοιλιότητας σε τυχαιοποιημένες μελέτες είναι 39,6% με την ζοτεπίνη, 21,3% με την κλοζαπίνη, 14,6% με την αλοπεριδόλη και 12% με τη ρισπεριδόνη.

Η δυσκοιλιότητα είναι επίσης συχνή παρενέργεια των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, ενώ δεν έχει συσχετιστεί ιδιαιτέρως με τους σταθεροποιητές διάθεσης.

 

ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

Λευκοκυτοπενία και Ακοκκιοκυτταραιμία

Τα αντιψυχωσικά (ειδικά αλλά όχι μόνο η κλοζαπίνη), τα αντικαταθλιπτικά (π.χ. η κλομιπραμίνηκαι η ιμιπραμίνη) και οι σταθεροποιητές διάθεσης (ειδικά η καρβαμαζεπίνη) έχουν συσχετιστεί με λευκοκυτοπενία και ακοκκιοκυτταραιμία. Η καρβαμαζεπίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την κλοζαπίνη. Τα μη τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά σπάνια σχετίζονται με ακοκκιοκυτταραιμία.

Με κατάλληλη διαχείριση, η θνησιμότητα από ακοκκιοκυτταραιμία προξενούμενη από φάρμακα στις Δυτικές χώρες είναι περίπου 5% (και έχει μειωθεί από το 10-16% μέσα στις προηγούμενες δύο δεκαετίες).

 

Θρομβοκυτοπενία

Μεταξύ όλων των κατηγοριών φαρμάκων που εξετάζονται, μόνο το βαλπροϊκό έχει σχετιστεί με θρομβοκυτοπενία σε σχετικό βαθμό.

 

ΝΕΟΠΛΑΣΙΕΣ

Καρκίνος του στήθους

Γενικά, οι Α μεΜΨΔ, ειδικά τη σχιζοφρένεια, έχουν χαμηλότερα ποσοστά καρκίνου σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, παρά το ότι συνήθως ακολουθούν ανθυγιεινό τρόπο ζωής και έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι παχύσαρκοι. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η συγκυρία περιπλέκεται από το γεγονός ότι οι περισσότεροι καρκίνοι συσσωρεύονται με την αύξηση της ηλικίας και το ότι οι Α με ΜΨΔ πεθαίνουν κατά μέσο όρο 15-25 χρόνια νωρίτερα από το γενικό πληθυσμό.

Δεδομένου ότι οι γυναίκες με Σχιζοφρένεια έχουν χαμηλότερη ικανότητα προς τεκνοποίηση και υψηλότερα ποσοστά σε άλλους παράγοντες που προδιαθέτουν για καρκίνο (παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη, ανθυγιεινό τρόπο ζωής, π.χ. κατανάλωση αλκοόλ και κάπνισμα), θα περίμενε κανείς να δει υψηλότερα ποσοστά καρκίνου του στήθους σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία είναι αλληλοσυγκρουόμενα. Παρόλο που αρκετές μελέτες έχουν καταδείξει αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του στήθους,αυξημένα ποσοστά και θνησιμότητας μεταξύ γυναικών με Σχ, άλλες μελέτες έχουν βρει ένα χαμηλότερο ποσοστό, ή ένα στατιστικά μη σημαντικό υψηλότερο κίνδυνο.Μία πρόσφατη μεταανάλυση κατέδειξε ότι οι ΑμΣχ φάνηκε να έχουν αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του στήθους.

Πειραματικά και επιδημιολογικά δεδομένα ολοένα και περισσότερο ενοχοποιούν την επίδραση της προλακτίνης στην καρκινογένεση του στήθους. Αυτό το γεγονός εγείρει ερωτήματα σχετικά με την πιθανότητα να σχετίζονται η χρήση αντιψυχωσικών που ανεβάζουν την προλακτίνη μετον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου το στήθους.

Ο αριθμός μελετών που έχουμε στα χέρια μας αυτή τη στιγμή είναι πολύ περιορισμένος. Οι περισσότερες μελέτες έχουν επικεντρωθεί σε Α που πήραν θεραπεία με αντιψυχωσικά 1ης γενιάς και δεν συμπεραίνουν ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νόσησης από καρκίνο του στήθους. Μια μελέτη, παρόλα αυτά, υποστηρίζει ότι γυναίκες με Σχ που χρησιμοποιούσαν αντιψυχωσικά που ήταν ανταγωνιστές της ντοπαμίνης εμφάνιζαν 16% αυξημένο κίνδυνο να πάθουν καρκίνο του στήθους. Το ύψος αυτού του κινδύνου, ανκαι ήταν στατιστικά σημαντικό, ήταν μικρό σε απόλυτα μεγέθη. Επιπρόσθετα,υπολογίστηκε ότι υπάρχει πιθανότητα μικρότερη από 14% μια Α που χρησιμοποιεί αντιψυχωσικό που είναι ανταγωνιστής της ντοπαμίνης να πάθει καρκίνο του στήθους εξαιτίας της χρήσης αντιψυχωσικού που κάνει. Οι ερευνητές συγγραφείς αυτής της μελέτης αποφάνθηκαν λοιπόν ότι τα ευρήματα της έρευνάς τους αυτής «δεν υπαγορεύουν αλλαγές στην λήψη αντιψυχωσικής αγωγής της Α».

Μεταξύ των αντιψυχωσικών 2ηςγενιάς, έχει αναφερθεί ότι η ρισπεριδόνη, η αμιλσουπρίδη και η παλιπεριδόνη,ουσίες που έχουν συσχετισθεί με υπερ-προλακτιναιμία, μπορεί να αύξησαν τον κίνδυνο για καρκίνο του στήθους. Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν αποτελέσματα μελετών που να ενοχοποιούν τις φαρμακευτικές αυτές ουσίες.

Μια συστηματική ανασκόπηση 93 μελετών που είχε ως θέμα της την επίδραση των αντιψυχωσικών (1ης και2ης γενιάς) στην καρκινογένεση, αποφάνθηκε ότι τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας δεν αποτελούν παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση καρκίνου του στήθους σε ανθρώπους. Μάλιστα, μερικές μελέτες περιγράφουν προστατευτικούς μηχανισμούς από καρκίνο που μοιάζουν να έχουν τα αντιψυχωσικά ή τα αντικαταθλιπτικά.

 

 

 

Προλακτίνωμα

Παρόλο που κάποια μελέτη εμφάνισε ανησυχίες σχετικά με το συσχετισμό μεταξύ αντιψυχωσικών που ανεβάζουν την προλακτίνη και προλακτινωμάτων, απουσιάζουν οι αποδείξεις για μια σχέση αιτίας-αιτιατού.

 

ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Οστεοπόρωση

Η Σχ και η ΔΔ έχουν συσχετιστεί με χαμηλότερη οστική πυκνότητα και αυξημένη εμφάνιση οστεοπόρωσης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Η αιτιολογία της απώλειας οστικής πυκνότητας σε αυτούς τους Α είναι περίπλοκη. Οι παράγοντες κινδύνου που έχουν να κάνουν με τον ανθυγιεινό τρόπο ζωής του Α (π.χ. κάπνισμα, μειωμένη σωματική άσκηση,κατανάλωση αλκοόλ, έλλειψη ασβεστίου και βιταμίνης D, πολυδιψία), καθώς και η χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων, μάλλον έχουν σχέση με αυτό το πρόβλημα. Επίσης, η μείζων κατάθλιψη επίσης έχει σχέση με χαμηλότερη οστική πυκνότητα και αυξημένο κίνδυνο για κατάγματα. Παρόλο που τα υψηλά επίπεδα προλακτίνης που προκαλούνται από τη χρήση αντιψυχωσικών έχουν ενοχοποιηθεί για αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, τα δεδομένα που συσχετίζουν την υπερπρολακτιναιμία που προκαλούντα αντιψυχωσικά ως έναν μείζονα παράγοντα κινδύνου για απώλεια οστικής μάζας παραμένουν περιορισμένα και αλληλο-αντικρουόμενα. Το 60% των μελετών που εξετάζουν τη σχέση υπερπρολακτιναιμίας προερχόμενης από τα αντιψυχωσικά και την απώλεια οστικής πυκνότητας βρήκαν κάποιες επιδράσεις της υπερπρολακτιναιμίας.Παρόλα αυτά, τα δείγματα και οι επιδράσεις ήταν μικρές και ελάχιστες μελέτες ήταν σε βάθος χρόνου.

Οι περισσότερες μελέτες και ανασκοπήσεις βρήκαν σημαντικά μεγαλύτερο ρίσκο για κατάγματα που συσχετίζονταιμε τη χρήση αντιψυχωσικών. Συγκρινόμενα με τα αντιψυχωσικά 2ης γενιάς, τα αντιψυχωσικά 1ης γενιάς ενοχοποιούνταν περισσότερο για κίνδυνο καταγμάτων σε μερικές μελέτες. Άλλες μελέτες δεν έβρισκαν διαφορά μεταξύ αντιψυχωσικών 1ης και 2ης γενιάς.

Μελέτες ποικίλων ειδών αποφαίνονται ότι τα αντικαταθλιπτικά, και ιδιαίτερα οι επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, συσχετίζονται με μειωμένη οστική πυκνότητα και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων όταν δίδονται σε θεραπευτικές δόσεις, ειδικά σε Α μεγαλύτερης ηλικίας. Μειωμένη οστική πυκνότητα έχει επίσης παρατηρηθεί σε νεαρούς ενήλικες και παιδιά που τους έχουν χορηγηθεί επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (ΕΑΕΣ). Για ΕΑΕΣ και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, έχει αναφερθεί μεγάλος κίνδυνος καταγμάτων που αυξάνεται ευθέως ανάλογα με τη δοσολογία. Η πιο πρόσφατη μετα-ανάλυση βρήκε ότι οι ΕΑΕΣ συσχετίζονταν με σημαντικά αυξημένοκίνδυνο για κατάγματα.

 

ΑΛΛΕΣ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Η νεφροτοξικότητα είναι μια πολύ γνωστή παρενέργεια του λιθίου. Άξια ανησυχίας περισσότερο πάντως είναι η πιθανή προοδευτική επιδείνωση προς νεφρική ασθένεια τελευταίου σταδίου εξαιτίας μακροχρόνιας χρήσης του φαρμάκου αυτού. Παρόλα αυτά, υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες αποδείξεις όσον αφορά στις επιδράσεις του λιθίου στην νεφρική λειτουργία. Υπάρχουν μικρές αποδείξεις κλινικά σημαντικής επιδείνωσης στην νεφρική λειτουργία στους περισσότερους Α και ο κίνδυνος να καταστραφούν τα νεφρά με νεφροπάθεια τελικού σταδίου είναι χαμηλός. Η νεφροπάθεια τελικού σταδίου αρχίζει να διαφαίνεται σε μερικούς Α μόνο μετά από συνεχή θεραπεία για περισσότερα από 15-20 χρόνια. Πάντως κάποιες μελέτες με θέμα τη μακροχρόνια θεραπεία λιθίου έχουν δείξει ότι ο κίνδυνος για νεφροπάθεια τελικού σταδίου μπορεί να μην είναι τόσο μικρός. Σχεδόν το 25% των Α σε μεσοπρόθεσμη θεραπεία λιθίου (<15 χρόνια), καθώς και οι περισσότεροι Α σε μακροχρόνια θεραπεία λιθίου (>15 χρόνια) αναπτύσσουν κάποιου είδους χρόνια νεφροπάθεια εξαιτίας του λιθίου. Παρόλα αυτά, αυτή η βλάβη εμφανίζεται κυρίως ως εξασθενημένη συγκέντρωση ούρων με ή χωρίς πολυουρία, πράγμα που γενικά έχει μικρή κλινική συσχέτιση. Αντιθέτως, Α με σοβαρή πολυουρία διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο τοξίκωσης από το λίθιο εξαιτίας διακυμάνσεων στα επίπεδα νατρίου. Τα αποτελέσματα της τοξίκωσης από λίθιο κυμαίνονται από μικρές αλλαγές στους σωλήνες των νεφρών έως οξεία νέκρωση των σωλήνων των νεφρών κατάσταση που γενικά είναι αναστρέψιμη όταν αφαιρεθούν οι περίσσιες ποσότητες του λιθίου. Όμως η επαναλαμβανόμενη τοξίκωση από λίθιο θεωρείται ότι οδηγεί σε προοδευτική νεφροπάθεια λόγω λιθίου. Επομένως, πρέπει να διενεργούνται τακτικά εξετάσεις επιπέδων λιθίου ως προστατευτικός παράγοντας ενάντια στην οξεία και χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.

 

Κινητικές διαταραχές

Η χρόνια αγωγή με αντιψυχωσικά μπορεί να οδηγήσει σε κινητικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της όψιμης δυσκινησίας, όψιμης δυστονίας και όψιμης ακαθησίας. Παρόλο που τα αντιψυχωσικά 2ης γενιάς φαίνεται να έχουν υπο5πλάσιο έως υπο6πλάσιοκίνδυνο για όψιμη δυσκινησία εν σχέσει με τα αντιψυχωσικά 1ηςγενιάς, ο κίνδυνος δεν είναι μηδενικός. Μάλιστα, οι ηλικιωμένοι και οι Α μεεξωπυραμιδικά συμπτώματα ή χρήση αντιχολινεργικών έχουν υψηλό κίνδυνο για όψιμη δυσκινησία.

Τα αντικαταθλιπτικά, το λίθιο και το βαλπροϊκό γενικώς δεν σχετίζονται με την όψιμη δυσκινησία. Όμως, ο τρόμος και ο κλονικός σπασμός μυών, που μπορεί να συμβούν κατά την θεραπεία με λίθιο και βαλπροϊκό αντιστοίχως, μπορεί κατά λάθος να ερμηνευτούν ως όψιμη δυσκινησία.

 

Διαταραχές σπασμών

Όλα τα αντιψυχωσικά, και ειδικά η κλοζαπίνη, έχουν τη δυνατότητα να ελαττώσουν την σπασμική οδό. Αυτή η επίδραση είναι δοσοεξαρτώμενη και αυξάνεται κατακόρυφα όταν η δοσολογία της κλοζαπίνης είναι 500-600 mg την ημέρα,ενώ η σχέση με τα επίπεδα της κλοζαπίνης στον ορό είναι πιο δυσδιάκριτα.

Τα αντικαταθλιπτικά μπορούν και αυτάνα ελαττώσουν την σπασμική οδό.

 

ΣYMΠEΡAΣMATA

Οι Α με ΜΨΔ είναι σε αυξημένο κίνδυνο για σωματικές ασθένειες και σχετιζόμενο με αυτές μικρότερο προσδόκιμο ζωής. Εκτός από τους παράγοντες που έχουν σχέση με την ψυχική διαταραχή, τη διαφορά στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και τη χρήση αυτών καθώς και ανθυγιεινό τρόπο ζωής, τα ψυχοφάρμακα μπορεί να συντελέσουν στην εμφάνιση ή επιδείνωση σωματικών ασθενειών. Αυτό το άρθρο συνόψισε πρόσφατες έρευνες για τις επιπτώσεις των αντιψυχωσικών, αντικαταθλιπτικών καιτων σταθεροποιητών διάθεσης πάνω στη σωματική υγεία/ασθένεια σε Α με Σχ, ΔΔ,και μείζονα κατάθλιψη.

Γενικώς, οι δυσμενείς επιπτώσεις στη σωματική υγεία είναι υψηλότερες με τα αντιψυχωσικά, και ακολουθούν οι σταθεροποιητές διάθεσης, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά. Παρόλα αυτά, οι επιδράσεις ποικίλουν πάρα πολύ με τους διάφορους παράγοντες και οι αλληλεπιδράσεις με τους βαθύτερους παράγοντες έχουν κι αυτές τις επιδράσεις τους. Οι υψηλότερες δοσολογίες, η πολυφαρμακία και η φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία ευάλωτων ανθρώπων, νέων ή πιο ώριμων, φαίνεταινα συσχετίζεται με υψηλό ποσοστό επίδρασης στις περισσότερες σωματικές ασθένειες.

Παρά το γεγονός ότι τα αντιψυχωσικά έχουν την μεγαλύτερη δυναμική να επηρεάσουν αρνητικά τη σωματική υγεία, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι αρκετές μεγάλης κλίμακας και εθνικής εμβέλειας μελέτες που έχουν δώσει γενικεύσιμα πορίσματα έχουν αποφανθεί ότι η θνησιμότητα από όλες τις αιτίες είναι υψηλότερη στους ΑμΣχ που δεν παίρνουν αντιψυχωσικά. Επιπροσθέτως, η κλοζαπίνη, τα αντικαταθλιπτικά και το λίθιο, καθώς επίσης και τα αντιεπιληπτικά έχουν συσχετιστεί με μειωμένη θνησιμότητα από αυτοκτονία. Συνεπώς, οι πιθανοί κίνδυνοι που ενέχουν τα αντιψυχωσικά, τα αντικαταθλιπτικάκαι οι σταθεροποιητές διάθεσης χρειάζεται να εκτιμηθούν σε σχέση με τον κίνδυνο που εγκυμονούν οι ψυχικές διαταραχές για τις οποίες χρησιμοποιούνται αυτά τα φάρμακα και τα πιθανά διαρκή οφέλη που μπορούν να προσφέρουν αυτά τα φάρμακα.

 

Comments are closed.